Μετάβαση στο περιεχόμενο

get by

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας get by
γ΄ ενικό ενεστώτα gets by
αόριστος got by
παθητική μετοχή got by, gotten by
ενεργητική μετοχή getting by

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
get by <  δείτε τις λέξεις get και by

get by (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)

  • τα βγάζω πέρα, τα φέρνω βόλτα, τα βολεύω, περνάω, έχω αρκετά χρήματα ή πράγματα για να ζήσω
    παράδειγμα  Can you get by without help?
    Μπορείτε να τα βγάλετε πέρα χωρίς βοήθεια;
    παράδειγμα  I cannot get by on this salary/without you.
    Δε μπορώ να τα βγάλω πέρα μ' αυτό το μισθό/χωρίς εσένα.
    παράδειγμα  Will 20 euros get you by to the end of the month?
    Θα τα βγάλεις πέρα με 20 ευρώ ως το τέλος του μήνα;
    παράδειγμα  I am just getting by.
    Μόλις που τα φέρνω βόλτα.
    παράδειγμα  We must get by with the money we have.
    Πρέπει να τα βολέψουμε με τα λεφτά που έχουμε.
    παράδειγμα  We can’t get by on your salary alone.
    Δεν μπορούμε να περάσουμε μόνο με το μισθό σου.
     συνώνυμα:  live off, live on, make do και manage

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]