get down to
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | get down to |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | gets down to |
| αόριστος | got down to |
| παθητική μετοχή | gotten down to, got down to |
| ενεργητική μετοχή | getting down to |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]get down to (en)
- (αμετάβατο) στρώνομαι στη δουλειά, αφοσιώνομαι, επιδίδομαι σε κάτι με ιδιαίτερο ζήλο· αρχίζω να κάνω κάτι
Let’s get down to business.
- Ώρα να στρωθούμε στη δουλειά.
If you don’t get down to work, you won’t see a promotion.
- Αν δε στρωθείς στη δουλειά, δε θα δεις προκοπή.
It's time I got down to thinking about that essay.
- Ήρθε η ώρα να αρχίσω να σκέφτομαι αυτό το δοκίμιο.
I'd better get down to those reports.
- Πρέπει να αρχίσω με τις αναφορές.
- ≈ συνώνυμα: buckle down, hunker down και knuckle down