Μετάβαση στο περιεχόμενο

get down to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας get down to
γ΄ ενικό ενεστώτα gets down to
αόριστος got down to
παθητική μετοχή gotten down to, got down to
ενεργητική μετοχή getting down to

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
get down to <  δείτε τις λέξεις get, down και to

get down to (en)

  • (αμετάβατο) στρώνομαι στη δουλειά, αφοσιώνομαι, επιδίδομαι σε κάτι με ιδιαίτερο ζήλο· αρχίζω να κάνω κάτι
    παράδειγμα  Let’s get down to business.
    Ώρα να στρωθούμε στη δουλειά.
    παράδειγμα  If you don’t get down to work, you won’t see a promotion.
    Αν δε στρωθείς στη δουλειά, δε θα δεις προκοπή.
    παράδειγμα  It's time I got down to thinking about that essay.
    Ήρθε η ώρα να αρχίσω να σκέφτομαι αυτό το δοκίμιο.
    παράδειγμα  I'd better get down to those reports.
    Πρέπει να αρχίσω με τις αναφορές.
     συνώνυμα:  buckle down, hunker down και knuckle down