Μετάβαση στο περιεχόμενο

get off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
get off <  δείτε τις λέξεις get και off
ενεστώτας get off
γ΄ ενικό ενεστώτα gets off
αόριστος got off
παθητική μετοχή got off, gotten off
ενεργητική μετοχή getting off

get off (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) αφήνω, χρησιμοποιείται ειδικά για να πει σε κάποιον να σταματήσει να αγγίζει άλλον
    παράδειγμα  Get off (me), that hurts!
    Άσε με, πονάει!
    παράδειγμα  Get off (of) me, you’re hurting me!
    Άφησέ με, με πονάς!
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) σχολάω, τελειώνω τη δουλειά ή τα μαθήματά μου
    παράδειγμα  When I work overtime, I get off (work) at seven.
    Όταν κάνω υπερωρίες σχολάω στις επτά.
    παράδειγμα  We’ll meet when we get off (of) school.
    Θα συναντηθούμε όταν σχολάσουμε.
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) δεν μιλάω άλλο για κάτι· κάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει για κάτι
    παράδειγμα  Please can we get off (of) the subject of dieting?
    Σε παρακαλώ, μπορούμε να αλλάξουμε θέμα και να μην μιλάμε άλλο για δίαιτες;
    παράδειγμα  I couldn't get him off politics once he had started.
    Δεν μπορούσα να τον κάνω να σταματήσει να μιλάει για πολιτική μόλις ξεκινούσε.
  4. (αμετάβατο) τη γλιτώνω, δεν έχω ή δεν έχω σχεδόν κανέναν τραυματισμό σε ατύχημα
    παράδειγμα  She was lucky to get off with just a few bruises.
    Ήταν τυχερή που τη γλίτωσε μόνο με λίγες μελανιές.
  5. (μεταβατικό και αμετάβατο) τη γλιτώνω, δεν έχω καθόλου ή έχω πολύ μικρή τιμωρία· απαλλάσσω, βγάζω κάποιον αθώο
    παράδειγμα  He was lucky to get off with a small fine.
    Ήταν τυχερός που τη γλίτωσε με ένα μικρό πρόστιμο.
    παράδειγμα  A good lawyer might be able to get you off.
    Ένας καλός δικηγόρος ίσως μπορέσει να σε απαλλάξει.
    παράδειγμα  The lawyer managed to get him off.
    Ο δικηγόρος κατάφερε να τον βγάλει αθώο.