get off
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | get off |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | gets off |
| αόριστος | got off |
| παθητική μετοχή | got off, gotten off |
| ενεργητική μετοχή | getting off |
get off (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) αφήνω, χρησιμοποιείται ειδικά για να πει σε κάποιον να σταματήσει να αγγίζει άλλον
Get off (me), that hurts!
- Άσε με, πονάει!
Get off (of) me, you’re hurting me!
- Άφησέ με, με πονάς!
- (μεταβατικό και αμετάβατο) σχολάω, τελειώνω τη δουλειά ή τα μαθήματά μου
When I work overtime, I get off (work) at seven.
- Όταν κάνω υπερωρίες σχολάω στις επτά.
We’ll meet when we get off (of) school.
- Θα συναντηθούμε όταν σχολάσουμε.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) δεν μιλάω άλλο για κάτι· κάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει για κάτι
Please can we get off (of) the subject of dieting?
- Σε παρακαλώ, μπορούμε να αλλάξουμε θέμα και να μην μιλάμε άλλο για δίαιτες;
I couldn't get him off politics once he had started.
- Δεν μπορούσα να τον κάνω να σταματήσει να μιλάει για πολιτική μόλις ξεκινούσε.
- (αμετάβατο) τη γλιτώνω, δεν έχω ή δεν έχω σχεδόν κανέναν τραυματισμό σε ατύχημα
She was lucky to get off with just a few bruises.
- Ήταν τυχερή που τη γλίτωσε μόνο με λίγες μελανιές.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) τη γλιτώνω, δεν έχω καθόλου ή έχω πολύ μικρή τιμωρία· απαλλάσσω, βγάζω κάποιον αθώο
He was lucky to get off with a small fine.
- Ήταν τυχερός που τη γλίτωσε με ένα μικρό πρόστιμο.
A good lawyer might be able to get you off.
- Ένας καλός δικηγόρος ίσως μπορέσει να σε απαλλάξει.
The lawyer managed to get him off.
- Ο δικηγόρος κατάφερε να τον βγάλει αθώο.