Μετάβαση στο περιεχόμενο

get out of

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας get out of
γ΄ ενικό ενεστώτα gets out of
αόριστος got out of
παθητική μετοχή got out of (ΗΒ), gotten out of (ΗΠΑ)
ενεργητική μετοχή getting out of

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
get out of <  δείτε τις λέξεις get, out και of

get out of (en)

  1. ξεφεύγω (από), αποφεύγω μια ευθύνη ή καθήκον
    παράδειγμα  You’ll be lucky if you get out of being punished this time.
    Θα είσαι τυχερός αν ξεφύγεις την τιμωρία αυτή τη φορά.
    παράδειγμα  Try to get out of work for a few days.
    Προσπάθησε να ξεφύγεις από τη δουλειά σου για λίγες μέρες.
    παράδειγμα  I got out of washing the dishes.
    Απέφυγα να πλύνω τα πιάτα.
  2. ξεφεύγω από μια συνήθεια
    παράδειγμα  I got out of my old/bad habits.
    Ξέφυγα από τις παλιές/κακές μου συνήθειες.
  3. αποσπώ, αποκτώ κάτι με πιεστικό, εκβιαστικό, δόλιο ή επιδέξιο τρόπο
    παράδειγμα  They got the confession out of him after an hours-long interrogation.
    Του απέσπασαν την ομολογία ύστερα από πολύωρη ανάκριση.
  4. ωφελούμαι κάτι από κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  I got nothing out of my studies./I didn’t get anything out of my studies.
    Δεν ωφελήθηκα καθόλου από τις σπουδές μου.
    παράδειγμα  What are we going to get out of this?
    Σε τι πρόκειται να μας ωφελήσει αυτό;

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]