già

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

già < λατινική iam

Επίρρημα[επεξεργασία]

già (it)

  1. ήδη
  2. ναι