Μετάβαση στο περιεχόμενο

giblets

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

giblets (en)

  1. πληθυντικός αριθμός του giblet