giddy

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

giddy (en)

  1. ζαλισμένος αυτός που έχει ζαλάδα ή νιώθει ότι θα πέσει κάτω
  2. που προκαλεί ζαλάδα ή ίλιγγο
  3. που έχει χαζέψει από τη χαρά του