giełda

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική giełda giełdy
γενική giełdy giełd
δοτική giełdzie giełdom
αιτιατική giełdę giełdy
οργανική giełdą giełdami
τοπική giełdzie giełdach
κλητική giełdo giełdy

Προφορά[επεξεργασία]

giełda 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

giełda (pl) αρσενικό

  1. το χρηματιστήριο