Μετάβαση στο περιεχόμενο

giver

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
giver givers

giver (en)