glance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

glance (en)

at a glance - με μία ματιά
at first glance - με μια πρώτη ματιά
I steal a glance - ρίχνω μια κλεφτή ματιά

Ρήμα[επεξεργασία]

glance (en)

  1. κοιτάζω κάτι με μια γρήγορη ματιά
  2. λάμπω, αστράφτω
  3. glance off: χτυπάω κάτι στην άκρη και εξοστρακίζομαι υπό μεγάλη γωνία

να μη συγχέονται[επεξεργασία]

  • (λατινικά, διεθνές) glans: βελανίδι, βάλανος