Μετάβαση στο περιεχόμενο

glare

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
glare glares

glare (en)

  1. (μη μετρήσιμο, ενικός) πολύ δυνατή, δυσάρεστη λάμψη
    παράδειγμα  I shielded my eyes against the glare.
    Προστάτεψα τα μάτια μου από τη λάμψη.
  2. η άγρια/βλοσυρή ματιά
    παράδειγμα  I look at someone with a glare.
    Ρίχνω μια άγρια ματιά σε κάποιον.
     συνώνυμα: scowl,  και δείτε τη λέξη look
ενεστώτας glare
γ΄ ενικό ενεστώτα glares
αόριστος glared
παθητική μετοχή glared
ενεργητική μετοχή glaring

glare (en)

  1. αγριοκοιτάζω, κοιτάζω άγρια με θυμό
    παράδειγμα  The prisoner glared at the judge.
    Ο κρατούμενος αγριοκοίταξε το δικαστή.
    παράδειγμα  They stood and glared at each other.
    Στάθηκαν κι αγριοκοιτάχτηκαν.
    παράδειγμα  They stood in the doorway glaring fiercely at each other.
    Στάθηκαν στην πόρτα κοιτάζοντας άγρια ο ένας τον άλλον.
     συνώνυμα: glower, scowl
  2. αστράφτω εκτυφλωτικά, λάμπω πολύ δυνατά και δυσάρεστα
    παράδειγμα  The sun glared down on the desert sand.
    Ο ήλιος άστραφτε εκτυφλωτικά πάνω στην άμμο της ερήμου.
    παράδειγμα  The tropical sun glared down on us.
    Ο τροπικός ήλιος έλαμπε αμείλικτα από πάνω μας.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]