glare
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| glare | glares |
glare (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | glare |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | glares |
| αόριστος | glared |
| παθητική μετοχή | glared |
| ενεργητική μετοχή | glaring |
glare (en)
- αγριοκοιτάζω, κοιτάζω άγρια με θυμό
- αστράφτω εκτυφλωτικά, λάμπω πολύ δυνατά και δυσάρεστα
The sun glared down on the desert sand.
- Ο ήλιος άστραφτε εκτυφλωτικά πάνω στην άμμο της ερήμου.
The tropical sun glared down on us.
- Ο τροπικός ήλιος έλαμπε αμείλικτα από πάνω μας.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- glare (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- glare (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 7, 457-458, 529. ISBN 9780194325684., λήμμα: αγριοκοιτάζω, κοιτάζω, ματιά