Μετάβαση στο περιεχόμενο

gloriole

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡlɔ.ʁjɔl/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gloriole glorioles

gloriole (fr) θηλυκό