Μετάβαση στο περιεχόμενο

glorious

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός glorious
συγκριτικός more glorious
υπερθετικός most glorious

Επίθετο

[επεξεργασία]

glorious (en)

  1. (επίσημο) ένδοξος, κάτι που φέρνει μεγάλη επιτυχία και κάνει κάποιον ή κάτι διάσημο
    παράδειγμα  a glorious victory/glorious death - ένδοξη νίκη/ένδοξος θάνατος
    παράδειγμα  glorious deeds in battle - ένδοξα πολεμικά κατορθώματα
  2. λαμπρός, υπέροχος
    παράδειγμα  a glorious achievement - λαμπρό επίτευγμα
    παράδειγμα  We had a glorious time.
    Περάσαμε υπέροχα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη wonderful