go about

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας go about
γ΄ ενικό ενεστώτα goes about
αόριστος went about
παθητική μετοχή gone about
ενεργητική μετοχή going about

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: go και about

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

go about (en)

  1. τριγυρνώ
  2. καταπιάνομαι με ένα θέμα