Μετάβαση στο περιεχόμενο

go against

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας go against
γ΄ ενικό ενεστώτα goes against
αόριστος went against
παθητική μετοχή gone against
ενεργητική μετοχή going against

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
go against <  δείτε τις λέξεις go και against

go against (en)

  • αντιβαίνω σε, προσκρούω σε, βρίσκομαι σε αντίθεση με κάτι
    παράδειγμα  This goes against my interests.
    Αυτό αντιβαίνει στα συμφέροντά μου.
    παράδειγμα  This goes against the terms of the contract.
    Αυτό προσκρούει στους όρους του συμβολαίου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη contradict