Μετάβαση στο περιεχόμενο

goner

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
goner goners

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

goner (en)