goop

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

goop (en)

  • ανόητος, βλάκας, χαζός, ηλίθιος, κουφιοκέφαλος, αργόστροφος, χαμηλών ενδοκράνιων-ενδοκρανιακών ταχυτήτων