gorĝo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gorĝo (eo)

  1. ο λαιμός