gorge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- gorge < (άμεσο δάνειο) παλαιά γαλλική gorge
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| gorge | gorges |
gorge (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | gorge |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | gorges |
| αόριστος | gorged |
| παθητική μετοχή | gorged |
| ενεργητική μετοχή | gorging |
gorge (en)
- τρώω λαίμαργα μεγάλες ποσότητες, χλαπακιάζω, σκάω από το φαΐ
he gorged himself on the food - έσκασε από το φαΐ
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- gorge < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική gorge < υστερολατινική *gorga, < υστερολατινική *gurga, μεταπλασμένος τύπος από την λατινική gurges.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɡɔʁʒ/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : gorge
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| gorge | gorges |
gorge (fr) θηλυκό
- (ανθρώπινο σώμα) ο λαιμός
- (ανθρώπινο σώμα) το στήθος, ο μαστός
- (γεωγραφία) το φαράγγι, ο στενωπός
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- gorge - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- gorge - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα παλαιά γαλλικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Γεωγραφία (αγγλικά)
- Ανθρώπινο σώμα (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'love' (αγγλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα υστερολατινικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (γαλλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα λατινικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Ανθρώπινο σώμα (γαλλικά)
- Γεωγραφία (γαλλικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (γαλλικά)
