Μετάβαση στο περιεχόμενο

gorge

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
gorge < (άμεσο δάνειο) παλαιά γαλλική gorge

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gorge gorges

gorge (en)

  1. (γεωγραφία) το φαράγγι
     συνώνυμα: ravine, valley, canyon, dale
  2. (ανθρώπινο σώμα) ο λαιμός, ο οισοφάγος
ενεστώτας gorge
γ΄ ενικό ενεστώτα gorges
αόριστος gorged
παθητική μετοχή gorged
ενεργητική μετοχή gorging

gorge (en)


Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η γαλλική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
gorge < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική gorge < υστερολατινική *gorga, < υστερολατινική *gurga, μεταπλασμένος τύπος από την λατινική gurges.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡɔʁʒ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: gorge

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
gorge gorges

gorge (fr) θηλυκό

  1. (ανθρώπινο σώμα) ο λαιμός
  2. (ανθρώπινο σώμα) το στήθος, ο μαστός
     συνώνυμα: buste, poitrine
  3. (γεωγραφία) το φαράγγι, ο στενωπός

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]