gré

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gré grés

gré (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) η ευγνωμοσύνη
  2. το γούστο, η γνώμη, η θέληση

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]