grégaire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| grégaire | grégaires |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]grégaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| grégaire | grégaires |
grégaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό