Μετάβαση στο περιεχόμενο

grégaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
grégaire grégaires

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
grégaire < λατινική gregarius

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɡʁe.ɡɛʁ/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

grégaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό