Μετάβαση στο περιεχόμενο

graissage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
graissage graissages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

graissage (fr) αρσενικό