Μετάβαση στο περιεχόμενο

grasigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
grasigi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα grasigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας grasigas grasiganta grasigata
αόριστος grasigis grasiginta grasigita
μέλλοντας grasigos grasigonta grasigota
υποθετική grasigus - -
προστακτική grasigu - -

grasigi (eo)