Μετάβαση στο περιεχόμενο

grasp at

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας grasp at
γ΄ ενικό ενεστώτα grasps at
αόριστος grasped at
παθητική μετοχή grasped at
ενεργητική μετοχή grasping at

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
grasp at <  δείτε τις λέξεις grasp και at

grasp at (en)

  1. προσπαθώ να αρπάξω
    παράδειγμα  He was grasping at anything that could help him.
    Προσπαθούσε ν' αρπάξει καθετί που θα τον βοηθούσε.
  2. αρπάζω την ευκαιρία