grasp at
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | grasp at |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | grasps at |
| αόριστος | grasped at |
| παθητική μετοχή | grasped at |
| ενεργητική μετοχή | grasping at |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]grasp at (en)