gratte-dos

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
gratte-dos gratte-dos

gratte-dos (fr) αρσενικό

  1. ξύστρα, ξυστήρι για την πλάτη - είδος μικρού μπαστουνιού που έχει σε μια άκρη ένα « χέρι » και επιτρέπει να ξύνουμε την πλάτη