gril

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gril (fr) αρσενικό



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

gril (it)

  1. (διαλεκτικά της Εμίλια-Ρομάνια) ο γρύλος