grosso modo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grosso modo < grossus + modus

Έκφραση[επεξεργασία]

grosso modo (la)

  1. (επιρρηματική) χοντρικά