Μετάβαση στο περιεχόμενο

groundwork

Από Βικιλεξικό
      ενικός         πληθυντικός  
groundwork groundworks

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

groundwork < ground + work

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

groundwork (en) (με ή χωρίς πληθυντικό)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]