groupement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- groupement < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| groupement | groupements |
groupement (fr) αρσενικό
- η ένωση, η συγκέντρωση