grove

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

grove (en)

  1. το δασάκι, το δασύλλιο, το αλσύλλιο
  2. το σύδεντρο