grow out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | grow out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | grows out |
| αόριστος | grew out |
| παθητική μετοχή | grown out |
| ενεργητική μετοχή | growing out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]grow out (en)
- μακραίνω, επιτρέπω στα μαλλιά μου να μακρύνουν για να αλλάξω στυλ
My hair has grown out again and I need to cut it.
- Μάκρυναν πάλι τα μαλλιά μου και πρέπει να τα κόψω.