Μετάβαση στο περιεχόμενο

guérisseuse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
guérisseuse guérisseuses

guérisseuse (fr)