guarded

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

guarded (en)

  1. φυλασσόμενος, φρουρούμενος, επιτηρούμενος για να μην το σκάσει, να μην αποδράσει, που κάποιος τον προσέχει
  2. συγκρατημένος, επιφυλακτικός, που προσέχει τα λόγια του


Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

guarded (en)

  • αόριστος και μετοχή αορίστου του ρήματος guard