Μετάβαση στο περιεχόμενο

guesswork

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
guesswork < guess + work

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

guesswork (en) (μη μετρήσιμο)

Συγγενικά

[επεξεργασία]