guillemet
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- guillemet < υποκοριστικό του Guillaume (Γκυγιώμ), όνομα του τυπογράφου που δήθεν εφηύρε αυτό το σημείο στίξης.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /gij(.ə)ˈmɛ/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : guille‐met
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| guillemet | guillemets |
guillemet (fr) αρσενικό, συνήθως στον πληθυντικό
- το εισαγωγικό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- guillemet - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
