guindeau

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

guindeau < guinder

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /gɛ̃.do/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
guindeau guindeaux

guindeau (fr) αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) οριζόντιο βαρούλκο που ανυψώνει την άγκυρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: guinder