gwałtownie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

gwałtownie (pl)

  1. βίαια