Μετάβαση στο περιεχόμενο

hélioséismologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
hélioséismologie hélioséismologies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hélioséismologie (fr) θηλυκό