hënë

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αλβανικά (sq) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hënë (sq) θηλυκό (οριστικός τύπος hëna) (πληθυντικός hëna)

  1. η σελήνη