ha

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

φυσική λεκτική εκφορά: μεσοαγγλικά: ha

Προφορά[επεξεργασία]

/hɑː/

Επιφώνημα[επεξεργασία]

ha (en)

  • χρησιμοποιείται για να εκφράσει έκπληξη, υποψία, θριάμβο κτλ.



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ha (it), από το ρήμα avere

  • τρίτο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ha (it)

  • χα το λέμε όταν γελάμε - χα χα χα

Συνώνυμα[επεξεργασία]



Ουγγρικά (hu) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ha 

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ha (hu)



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ha 

Ρήμα[επεξεργασία]

ha (sv)