Μετάβαση στο περιεχόμενο

habilitate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
  • νοιώθω-είμαι ταιριαστός κάπου (κυρίως για εργασία)