Μετάβαση στο περιεχόμενο

habla

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: hablá

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
habla hablas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
habla < λατινική fabula

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.β̞la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: habla

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

habla (es) θηλυκό

  1. ομιλία
  2. ο τρόπος ομιλίας
    παράδειγμα  El habla de un niño. – Η λαλιά ενός παιδιού.
    παράδειγμα  El habla española no es la misma que la latinoamericana. – Η ισπανική ομιλία δεν είναι ίδια με τη λατινοαμερικανική.
  3. (γλωσσολογία) γλώσσα, ο λόγος

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

habla (es)

  1. γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του hablar
  2. β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής του hablar