Μετάβαση στο περιεχόμενο

haggle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας haggle
γ΄ ενικό ενεστώτα haggles
αόριστος haggled
παθητική μετοχή haggled
ενεργητική μετοχή haggling

haggle (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)

  • παζαρεύω, κάνω παζάρια
    παράδειγμα  We haggled over the price, and in the end, I got it cheaper.
    Παζαρέψαμε την τιμή και τελικά το πήρα φθηνότερα.
    παράδειγμα  At the open-air market, if you don’t haggle, you’ll pay more.
    Στην υπαίθρια αγορά, αν δεν παζαρέψεις, θα πληρώσεις περισσότερα.
    παράδειγμα  No more haggling, this is my final offer!
    Μην παζαρεύεις άλλο, αυτή είναι η τελική μου προσφορά!
    παράδειγμα  Stop the haggling, I told you the final price.
    Άσε τα παζάρια, σου είπα την τελευταία τιμή.