hair conditioner
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hair conditioner | hair conditioners |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- hair conditioner < → δείτε τις λέξεις hair και conditioner
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]hair conditioner (en)
- (κοσμετολογία) το μαλακτικό, η λοσιόν για τα μαλλιά