hairdo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hairdo (en)

  1. το χτένισμα, η κόμμωση, το κούρεμα (το στιλ με το οποίο κάποιος έχει φτιάξει ή/και έχει κουρέψει τα μαλλιά του)