hairpin
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hairpin | hairpins |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hairpin (en)
- η φουρκέτα για μαλλιά
Why won’t this hairpin stay put instead of falling out so often?
- Γιατί δεν μένει αυτή η φουρκέτα στη θέση της αντί να πέφτει κάθε τόσο;
- η φουρκέτα, μια πολύ κλειστή και επικίνδυνη στροφή
The road is mountainous with many hairpins.
- Ο δρόμος είναι ορεινός με πολλές φουρκέτες.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη hairpin bend