Μετάβαση στο περιεχόμενο

halètement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
halètement halètements

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
halètement < haleter + -ment

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʔa.lɛt.mɑ̃/
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

halètement (fr) αρσενικό

  • το λαχάνιασμα, το αγκομαχητό
    παράδειγμα ​Son halètement devenait de plus en plus fort à mesure qu'il montait les escaliers.
         Το λαχάνιασμά του γινόταν όλο και πιο έντονο όσο ανέβαινε τις σκάλες.