hallmark

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hallmark (en)

  1. διακριτική στάμπα (αρχικά για μπάρα χρυσού, τώρα γενική χρήση)
  2. (μεταφορικά) αυτό που χαρακτηρίζει κάτι, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό