Μετάβαση στο περιεχόμενο

hamsin

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
hamsin < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική خمسين (hamsîn) < αραβική خمسون (ḵamsūna) (πενήντα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hamsin (tr)

  1. η πενηνταήμερη περίοδος του χειμώνα που αρχίζει στις 31 Ιανουαρίου και ακολουθεί την περίοδο erbain
  2. (κατ’ επέκταση) ο άνεμος χαμσίν (χαμσίνι, χαμψίν, χαμψίνι)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
hamsin < κλητικός τύπος της λέξης hamsi (γαύρος, το χαμψί)

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

hamsin (tr)

  • hamsin -  Türk Dil Kurumu, μονόγλωσσο τουρκικό Λεξικό @sozluk.gov.tr
  • Devellioğlu, Ferit (1962), “hamsîn”, Osmanlıca-Türkçe Ansiklopedik Lûgat‎ (οθωμανικά-τουρκικά), Κωνσταντινούπολη: Türk Dil Kurumu
  • hamsin - Sevan Nişanyan, Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002