handling

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

handling < (κληρονομημένο) μέση αγγλική handlinge < (κληρονομημένο) αγγλοσαξονική handlung (συγχρονικά αναλύεται σε handl(e) + -ing)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈhændl̩ɪŋ/ και /ˈhændlɪŋ/
handling 
τυπογραφικός συλλαβισμός: handl‐ing

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
handling handlings

handling (en)

  1. η μεταχείριση
  2. η διακίνηση εμπορευμάτων

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

handling (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος handle